|
Η Κύπρος έχει θεσπίσει την κατάλληλη νομοθεσία, έχει λάβει τα απαιτούμενα ρυθμιστικά μέτρα και έχει εφαρμόσει τους κατάλληλους μηχανισμούς για την αποτελεσματική παρεμπόδιση και καταπολέμηση του ξεπλύματος παράνομου χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Επιπρόσθετα, η Κύπρος έχει δεσμευτεί να εφαρμόζει όλες τις διεθνείς συμβάσεις και πρότυπα στον τομέα αυτό και ιδιαίτερα τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 13/12/2007, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο (που στο εξής θα αναφέρεται ως “ο Νόμος”) με τον οποίο ενοποιήθηκαν, αναθεωρήθηκαν και αντικαταστάθηκαν οι περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμοι του 1996-2004. Με τον παρόντα Νόμο, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του 2008, η Κυπριακή νομοθεσία έχει εναρμονιστεί με την Τρίτη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την πρόληψη χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (Οδηγία 2005/60/ΕΚ). Ο νέος Νόμος, όπως και ο προηγούμενος Νόμος, καθορίζει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως την αρμόδια εποπτική αρχή των τραπεζών και των Εταιρειών Παροχής Υπηρεσιών Διαμεσολάβησης στη Μεταφορά Χρημάτων («ΕΠΥΔΜΕΧ»). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει την ευθύνη ελέγχου, παρακολούθησης και αξιολόγησης του βαθμού συμμόρφωσης των τραπεζών και ΕΠΥΔΜΕΧ με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Νόμος και οι Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με στόχο την πρόληψη χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Από το 1997 μέχρι το 2007, κάνοντας χρήση της εξουσίας που της παρέχει ο Νόμος, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προχώρησε στην έκδοση σειράς Οδηγιών προς όλες τις τράπεζες και ΕΠΥΔΜΕΧ στην Κύπρο με τις οποίες καθορίζετο η πρακτική και οι διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζουν έτσι που να επιτυγχάνεται η συμμόρφωση τους με τις απαιτήσεις του Νόμου για πρόληψη και παρεμπόδιση δραστηριοτήτων που στοχεύουν στο ξέπλυμα παράνομου χρήματος. Τον Απρίλιο του 2008 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προχώρησε στην έκδοση νέας αναθεωρημένης Οδηγίας προς τις τράπεζες σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, απαιτώντας την εισαγωγή νέων αναθεωρημένων πρακτικών και διαδικασιών, καθώς και ενίσχυση και αναβάθμιση των μέτρων και συστημάτων για την αποτελεσματική παρεμπόδιση του ξεπλύματος παράνομου χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και εφαρμογής των διεθνών προτύπων και των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα αυτό. Τονίζεται ότι ο νέος Νόμος ρητά αναφέρει ότι οι Οδηγίες των εποπτικών αρχών, περιλαμβανομένης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, είναι δεσμευτικές και υποχρεωτικές ως προς την εφαρμογή τους για τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονται. Σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία, έχει συσταθεί και λειτουργεί από το 1997 στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα ειδική Μονάδα, γνωστή ως Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (“ΜΟΚΑΣ”), η οποία είναι υπεύθυνη για την λήψη και ανάλυση των εκθέσεων αποκάλυψης πληροφοριών για ύποπτες συναλλαγές καθώς και τη διερεύνηση υποθέσεων ξεπλύματος παράνομου χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Κατά την διάρκεια της διερεύνησης υποψιών για ξέπλυμα παράνομου χρήματος, η πιο πάνω Μονάδα μπορεί να ζητήσει και να λάβει από το Δικαστήριο διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών που απευθύνεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων και τραπεζών, οι οποίες μπορεί να έχουν στην κατοχή τους πληροφορίες που σχετίζονται με την έρευνα καθώς επίσης και διατάγματα για την παγοποίηση και κατακράτηση χρημάτων και περιουσίας που πιθανώς να προέρχονται από το ξέπλυμα παράνομου χρήματος. Τα μέτρα που πήρε η Κύπρος για καταπολέμηση του ξεπλύματος παράνομου χρήματος, έχουν επανειλημμένως αξιολογηθεί τα τελευταία χρόνια από διεθνείς οργανισμούς, όπως την Επιτροπή Moneyval του Συμβουλίου της Ευρώπης και την Ομάδα Οικονομικής Δράσης (“Financial Action Task Force”). H Επιτροπή Moneyval του Συμβούλιου της Ευρώπης έχει αξιολογήσει τα μέτρα καταπολέμησης του ξεπλύματος παράνομου χρήματος που έχει εφαρμόσει η Κύπρος τον Απρίλιο του 1998, το Σεπτέμβριο του 2001 και τον Απρίλιο του 2005. Όλες οι εκθέσεις αξιολόγησης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την καταπολέμηση του ξεπλύματος παράνομου χρήματος σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και έχει εισάξει εμπεριστατωμένο νομοθετικό πλαίσιο στον τομέα αυτό. Σημειώνεται ότι κατά την τελευταία αξιολόγηση η Κύπρος έχει αξιολογηθεί και βαθμολογηθεί με πολύ καλά αποτελέσματα για το βαθμό συμμόρφωσης της έναντι των 49 συστάσεων του Ομάδας Οικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force on Money Laundering (“FATF”) για την καταπολέμηση του ξεπλύματος παράνομου χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Τα μέτρα που πήρε η Κύπρος εξετάστηκαν επίσης από την Ομάδα Οικονομικής Δράσης (“Financial Action Task Force”) στα πλαίσια της πρωτοβουλίας για τον εντοπισμό των “μη συνεργάσιμων χωρών” και της διεθνούς προσπάθειας για την καταπολέμηση του ξεπλύματος παράνομου χρήματος. Στην έκθεση της Ομάδας Οικονομικής Δράσης (“Financial Action Task Force”) που δημοσιοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2000, αναγνωρίζεται ότι τα μέτρα που πήρε η Κύπρος συνάδουν με τα διεθνή πρότυπα και, ως εκ τούτου, η Κύπρος δεν συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των “μη συνεργάσιμων χωρών”. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι τον Ιούλιο 2001, οι Φορολογικές Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής έχουν επισήμως εγκρίνει τους κανονισμούς που διέπουν τις διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας πελατών που εφαρμόζονται στην Κύπρο μέσα στα πλαίσια των μέτρων για την παρεμπόδιση ξεπλύματος παράνομου χρήματος. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω έγκρισης, επιτρέπεται σε όσες τράπεζες στην Κύπρο επιθυμούν να διεξάγουν συναλλαγές, εκ μέρους των πελατών τους, σε αξιόγραφα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής να συνάψουν ειδική σύμβαση με τις εν λόγω φορολογικές αρχές και να ενεργούν ως εγκεκριμένοι διαμεσολαβητές.
|